Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

«'Ανθρακες» ο θησαυρός της Σκοπιάς



Αναδημοσίευση απο το www.pelop.gr


«Ανθρακες» φαίνεται να αποδεικνύεται ο θησαυρός για τους χρυσοθήρες στη Σκοπιά του δήμου Ν. Ζίχνης, αφού οι μέχρι στιγμής έρευνές τους έχει αποβεί άκαρπες. Εδώ κι έναν μήνα σκάβουν τεράστιους λάκκους έξω από το χωριό, μέσα στα χωράφια και σε δύσβατες περιοχές, με τα σκαπτικά μηχανήματα να μην σταματούν ούτε λεπτό και τους σύγχρονους Ιντιάνα Τζόουνς να ζητούν τη μία παράταση χρόνου μετά την άλλη από το δημοτικό συμβούλιο της Ν. Ζίχνης, ελπίζοντας ότι η επόμενη ημέρα θα είναι και η τυχερή τους. «Εψαχναν για ένα βαγόνι γεμάτο με ράβδους χρυσού, που έκρυψαν οι Τούρκοι», λέει ο αντιδήμαρχος Ν. Ζίχνης Δαμιανός Χατζηχαραλάμπους, «αλλά τελικά οι μέχρι τώρα ο έρευνες δεν απέδωσαν καρπούς». Οι κυνηγοί του... θησαυρού, χρησιμοποίησαν μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, ενώ οι ενδείξεις από την υπόγεια κάμερα που ανέλυε το υπέδαφος, τους έδινε ελπίδες πως σίγουρα ψάχνουν στο κατάλληλο σημείο. Το όλο ζήτημα έχει προκαλέσει διάφορα σχόλια στο χωριό, με τους κατοίκους να βλέπουν να αλλάζει η ζωή τους. «Τουλάχιστον υπάρχει κίνηση στο χωριό μας», λένε κάποιοι, που ήδη... θησαυρίζουν από όλους τους επισκέπτες τους χωριού, με τα καφενεία και τα μικρά μεζεδοπωλεία να κάνουν «χρυσές» δουλειές.

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014


ΟΜΑΔΑ ΣΕΡΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ

Ψάχνουν... θησαυρό στη Σκοπιά Σερρών

Λάκκους μεγάλου βάθους ανοίγει, τον έναν μετά το άλλον, πολυμελής ομάδα Σερραίων και Θεσσαλονικέων, με την ελπίδα πως θα βρει κάποιον χαμένο θησαυρό που φημολογείται πως κρύβεται σε χωράφια έξω από τη Σκοπιά του Δήμου Αμφίπολης.

Ψάχνουν... θησαυρό στη Σκοπιά Σερρών
Κάθε μέρα, μεγάλα σκαφτικά μηχανήματα διασχίζουν το μικρό χωριό με κατεύθυνση τα χωράφια, προκαλώντας ατελείωτες συζητήσεις και ποικίλα σχόλια από την πλευρά των κατοίκων.

«Αέρα κοπανιστό θα βρουν» λένε οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού που, όπως λένε, δεν γνωρίζουν καμιά ιστορία με κρυμμένο θησαυρό στην περιοχή τους.

«Δεν σκάβουν κάτω από σημάδια, δέντρα ή μεγάλες πέτρες, αλλά οργώνουν άσκοπα τα έγκατα της γης, ανοίγοντας τεράστιους λάκκους πολλών μέτρων βάθους» θα πουν οι περισσότεροι κάτοικοι.

Εντούτοις απτόητοι παραμένουν οι «κυνηγοί» του θησαυρού, που για τις εκσκαφές τους έχουν λάβει σχετικές άδειες από τις αστυνομικές αρχές και την ΚΗ' Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Πηγή ΑΠΕ
https://www.youtube.com/watch?v=LJ3pZnOP1SU


Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που αναρτηθηκε απο την Χλοη στους ανιχνευτές το αφιερώνουμε σε όλους όσους αγαπούν τον ποντιακό χορό...

 αναδημοσίευση απο:  http://anihneftes.blogspot.gr/ 

ΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΧΟΡΟ
Του ΝΙΚΟΥ ΖΟΥΡΝΑΤΖΙΔΗ *

Ἡ πρώτη ἀναφορὰ στοὺς ποντιακοὺς χοροὺς γίνεται ἀπὸ τὸν Ξενοφῶντα στὴν 
«Κάθοδο τῶν Μυρίων» (5ος αἰ. π.Χ.), ὅπου περιγράφεται ὁ χορός τῶν μαχαιριῶν...

Ο πολιτισμός στον οποίο εντάσσεται και ο χορός δεν είναι μια στατική έννοια. Είναι το σύνολο του τρόπου ζωής ενός λαού. Οσον αφορά το λαϊκό χορό, θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε επικοινωνιακό κώδικα που όχι απλά ψυχαγωγεί, αλλά επιπλέον συνέχει τα μέλη της κοινότητας και μεταφερόμενος από γενιά σε γενιά λαμβάνει παραδοσιακό χαρακτήρα.

Αλληλεπίδραση
Σε ό,τι σχετίζεται με τους ποντιακούς λαϊκούς χορούς, αυτό που πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά είναι οι επιρροές που δέχθηκαν και η ελληνικότητα κάποιων, η οποία αποδεικνύεται σε μερικούς πρώτα απ' όλα από τις αναφορές και μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Ξενοφών, ο Λουκιανός, ο Πλάτων κ.ά. και, δεύτερον, από το ρυθμό τους. [Ενώ ο ρυθμός 6/8 δεν υπάρχει στον Πόντο, σήμερα χορεύουμε με αυτόν το ρυθμό, σαν ποντιακούς, χορούς όπως: Λετσίνα, Τρία τη Κότσαρη, Τούρι, Τσοκμέ (Σαρίκουζ Μαντιλή), Τας κ.λπ.] Επίσης πρέπει να μελετηθούν και οι χοροί των άλλων κοινωνικών ομάδων οι οποίες ζούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Στην παράδοση κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις, και από αυτήν την ανταλλαγή βγαίνει μια καινούργια συνισταμένη η οποία εάν εκφράζει ένα λαό, είναι η παράδοσή του.


Ολοι αυτοί οι λαοί που ζούσαν στον Πόντο, δηλαδή Ελληνες, Αρμένιοι, Ασσύριοι, Γεωργιανοί, Εβραίοι, Κούρδοι, Λαζοί, Τούρκοι κ.λπ., ο καθένας με τις γλωσσικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές του ιδιαιτερότητες συνέβαλε στη δημιουργία του μικρασιατικού πολιτιστικού ψηφιδωτού. Είναι γεγονός πως οι αλληλεπιδράσεις που δέχτηκαν οι χοροί είχαν αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου να δημιουργηθούν νέες μορφές χορού. Πολλά είναι τα κοινά σημεία στις κινήσεις, στις ονομασίες και στις μελωδίες των χορών της περιοχής με αυτά των άλλων λαών που ζούσαν εκεί. Κατά την προσωπική μου άποψη, οι χοροί που έφερε από τον Πόντο η πρώτη γενιά είναι όλοι ποντιακοί, άσχετα σε ποιους ανήκει η αρχική τους δημιουργία, γιατί προσαρμόστηκαν στα χορευτικά δεδομένα των Ποντίων. Ο τρόπος με τον οποίον χορεύονται σήμερα είναι καθαρόαιμος ποντιακός. Οταν ένας λαός αγαπάει κάτι και εκφράζεται μέσα από αυτό, τότε είναι και δικό του, ασχέτως ποιος είναι ο δημιουργός του.


Οπως για όλους τους Ελληνες λοιπόν, έτσι και για τους Ελληνες του Πόντου ο χορός είναι μια ζωοποιός διαδικασία που συνοδεύει όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού τους βίου. Το συγκινησιακό φορτίο του ποντιακού χορευτικού κώδικα είναι μάλιστα τόσο ισχυρό, που ακόμα και σήμερα οι Πόντιοι 4ης γενιάς, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μακριά από τα χώματα των προγόνων τους, αισθάνονται το ιερό χρέος να μυηθούν ευλαβικά στα παραδεδομένα χορευτικά πρότυπα και να τα μεταφέρουν αναλλοίωτα στο μέλλον. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός πως ενώ πολλοί νέοι δεν γνωρίζουν την ποντιακή διάλεκτο, γνωρίζουν οπωσδήποτε να χορεύουν τους χορούς.


Ο Ξενοφών και ο χορός των μαχαιριών

Η πρώτη αναφορά στους ποντιακούς χορούς γίνεται από τον Ξενοφώντα στην «Κάθοδο των Μυρίων» (5ος αι. π.Χ.), όπου περιγράφεται ο χορός των μαχαιριών. Επίσης ο Λουκιανός στο κείμενό του «Περί ορχήσεως», στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ., έγραψε για τον ποντιακό χορό: «Και σε ό,τι αφορά τους βακχικούς χορούς, που έχουν διαδοθεί στην Ιωνία και ξεχωριστά στον Πόντο. (...) Τόσο πολύ κυρίεψε τους ανθρώπους που ζουν στον Πόντο ο χορός, ώστε όπου γίνονταν χορευτικές παραστάσεις, για ολόκληρες μέρες ξεχνούσαν όλα τ' άλλα και παρατηρούσαν μόνο τους χορευτές, που παρίσταναν πότε τους κορύβαντες, πότε τους σατύρους και πότε τους βοσκούς. Τους χορούς αυτούς τους χόρευαν άνθρωποι από ευγενικές οικογένειες, οι πρώτοι σε κάθε πόλη, χωρίς να ντρέπονται για τις επιδόσεις τους, αλλά υπερηφανεύονταν μάλλον γι' αυτό, παρά για την ένδοξη καταγωγή και τ' αξιώματα των προγόνων τους» (Λουκιανός, «Περί ορχήσεως»)


Οι ποντιακοί χοροί δέχθηκαν επιδράσεις και επειδή με το κλείσιμο των μεταλλείων της Αργυρούπολης υπήρξαν εσωτερικές μεταναστεύσεις και γιατί ζούσαν μέσα σε ένα πολυεθνικό κράτος (η Τουρκία αναγνωρίζει 24 εθνότητες στην επικράτειά της, ενώ ένα από τα πανεπιστήμια της Γερμανίας -Tubingen- 47), και συμβίωναν, ιδίως στα αστικά κέντρα, με αλλογενή φύλλα. Και βέβαια τα αστικά κέντρα δεν είναι αυτά που κράτησαν την παραδοσιακή μορφή των χορών και της ενδυμασίας, γιατί όπως παρατηρούμε και από το φωτογραφικό υλικό το οποίο υπάρχει πριν από την ανταλλαγή του 1922-1923, ειδικά οι άνδρες της άρχουσας τάξης ήταν έντονα επηρεασμένοι από τα ευρωπαϊκά πρότυπα.


Εάν λειτουργήσουμε με τη φιλοσοφία ότι η χορευτική μας παράδοση είναι αυτή που έφερε η πρώτη γενιά από τον Πόντο και την κρατήσουμε αυτούσια, τότε νομίζω πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εάν όμως προσπαθήσει ο καθένας να την ερμηνεύσει κατά το δοκούν και σύμφωνα με τη δική του αισθητική, τότε είναι σίγουρο ότι θα έχουμε τεράστια προβλήματα και θα δημιουργήσουμε σύγχυση στις επόμενες γενιές, οι οποίες δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν την πρώτη γενιά, ώστε να έχουν σαφή εικόνα της παραδοσιακής μορφής των χορών. Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε ότι ποντιακοί θεωρούνται όλοι οι χοροί που χόρεψαν οι πρόγονοί μας σε όλες τις περιοχές του Πόντου, ανεξάρτητα σε ποια εθνότητα ανήκε η αρχική δημιουργία τους, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν οι ανάλογες καταγραφές για το ποια εθνότητα δημιούργησε την αρχική μορφή του χορού και ο χορός προσαρμόζεται στα χορευτικά δεδομένα του κάθε λαού, οπότε αλλάζει και ύφος. Αλλωστε κανένας δεν μπορεί να επιβάλει σε κανέναν να χορέψει κάτι που δεν του αρέσει.


Το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Σου αρέσει κάτι μουσικά και χορευτικά; Το τραγουδάς, το χορεύεις και το κάνεις δικό σου. Δεν σου αρέσει; Το προσπερνάς. Αυτός ο λαός έφερε μαζί του ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό και μια ιστορία τεράστιας αξίας. Αυτόν τον πολιτισμό, τον πιο γνήσιο λαϊκό, την έκφραση μέσω του χορού αλλά και του τραγουδιού, έχουμε το καθήκον να διασώσουμε και να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν στην παραδοσιακή του μορφή.

Σε όσους κινήσαμε το ενδιαφέρον ας δουν και αυτό...

Η Επίδραση του Φολκλόρ Στην Ποντιακή Παράδοση http://www.serra.gr/

Εισήγηση του Νικ. Ζουρνατζίδη 18/4/2012 στην έδρα του Χορευτικού Ομίλου Ποντίων Μοσχάτου - Ταύρου «Σέρρα».
* Ερευνητής, εξέδωσε δύο βιβλία: «Χορευτικές διαδικασίες και χοροί του Πόντου», εκδ. Θέατρο Ελληνικοί Χοροί Δώρα Στράτου - Χορευτικός Ομιλος Ποντίων Σέρρα, Αθήνα, 2000 και «Συμβολή στην έρυνα των χορών του Πόντου», εκδ. Ψωμιάδειον, Αθήνα, 2013





ET 3 Τα μαχαίρια

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ο Μακεδονικός Αγώνας στη περιοχή Δράμας.

Αναδημοσίευση απο: http://yaunatakabara.blogspot.gr/2013/10/blog-post_5.html


Ο Εθνομάρτυς Μακεδονομάχος Άρμεν Κούπτσιος.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Α.Π.Θ.ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ ΔΡΑΜΑΣ  ΤΗΝ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2008

Ευχαριστώ θερμά, τους έχοντες την πρωτοβουλία της σημερινής εκδήλωσης.
Αυτά τα νέα παιδιά της Ανατολικής Μακεδονίας που συνεχίζουν με το δικό τους τρόπο τον «Μακεδονικό Αγώνα».
Διότι ο «Μακεδονικός Αγώνας» είχε ένα συμβατικό τέλος το 1908, γι’ αυτό και γιορτάζουμε σήμερα τα 100 χρόνια από το συμβατικό αυτό τέλος, αλλά γνωρίζουμε καλώς ότι υπό άλλες μορφές, συνεχίζεται ένας άλλος «Μακεδονικός Αγώνας».

Οφείλω επίσης να μεταφέρω τους θερμούς χαιρετισμούς της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του προέδρου της κ. Νικολάου Μέρτζου.
Αλλά πιο θερμός είναι ο χαιρετισμός του πρώην προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών του καθηγητή και ακαδημαϊκού κ. Κων/νου Βαβούσκου που είναι γέννημα θρέμμα της μαρτυρικής πόλεως της Δράμας.
Ελέχθησαν ήδη από τους προλαλήσαντες αρκετά κατατοπιστικά πράγματα για την έναρξη του «Μακεδονικό Αγώνα» και την σύντομη ιστορία της Μακεδονίας.
Εδέχθην την προτροπή των οργανωτών της σημερινής εκδήλωσης, να θίξω ορισμένα από τα πάρα πολλά που αφορούν τον «Μακεδονικό Αγώνα» στην περιοχή της Δράμας.
Από εκπροσώπους των μέσων μαζικής ενημέρωσης της Δράμας, λίγο πριν από την εκδήλωση, μου τέθηκε ένα απλό αλλά εύλογο ερώτημα:

Γιατί δεν είναι τόσο γνωστός ο «Μακεδονικός Αγώνας» και τα όσα εξελίχθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία και κυρίως στη Δράμα;
Η απάντησή μου είναι ότι, οι περισσότεροι που έγραψαν για τον «Μακεδονικό Αγώνα» κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία που ήταν ούτως ή άλλως το κέντρο του «Μακεδονικό Αγώνα».
Έτσι η Ανατολική Μακεδονία και ιδίως η επαρχία της Δράμας, των Σερρών και του Νευροκοπίου, θα έλεγε κανείς πως πέρασε στο περιθώριο. Αλλά όσοι ασχολούμαστε με αυτά τα θέματα δεν έχουμε ξεχάσει την Ανατολική Μακεδονία.
Προ δεκαετίας περίπου, το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας, εξέδωσε τρεις τόμους οι οποίοι αναφέρονται στην αλληλογραφία
του ιεροεθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Καλαφάτη του Μητροπολίτου Σμύρνης από Δράμας.
Στον πρώτο τόμο υπάρχει η ογκώδης αλληλογραφία από την εδώ αρχιερατεία του, που καλύπτει την πλέον κρίσιμη περίοδο του «Μακεδονικού Αγώνα» στη Δράμα, την οκταετία 1902-1910, με μία απουσία του μακαριστού Χρυσοστόμου περίπου δέκα μηνών, όταν απομακρύνθηκε από τη Δράμα για λόγους που θα αναφέρω παρακάτω.
Όταν έφτασε στη Δράμα ο Χρυσόστομος Καλαφάτης, σε νεαρή ηλικία, η πρώτη του φροντίδα ήταν να ενισχύσει την Ελληνική Κοινότητα, τα φιλεκπαιδευτικά σωματεία και τα ελληνικά σχολεία. Απέναντι από το Μητροπολιτικό Μέγαρο της Δράμας είναι το σχολείο το οποίο ίδρυσε ο ιεροεθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης.
Έτσι φρόντισε από το πρώτο καιρό της παρουσίας του στη Δράμα να επισκέπτεται το βόρειο τμήμα της,
τις Κοινότητες Κλεπούσνα (Αγριανή Σερρών)
την Σκρίτζοβα (Σκοπιά Σερρών),
την Προσοτσάνη,
τον Βώλακα,
την Κουμπάλιστα (Κοκκινόγεια) και άλλες που υφίσταντο τη βουλγαρική πίεση.
Άρχισα την ομιλία μου με τον Χρυσόστομο Καλαφάτη, διότι αυτός ήταν η κυρίαρχη προσωπικότητα της οργάνωσης του «Μακεδονικού Αγώνα» στην Ανατολική Μακεδονία και κυρίως στη μητροπολιτική περιφέρεια της Δράμας.
Και βεβαίως όχι μόνος, γιατί μόνος δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε, αν δεν υπήρχαν οι ντόπιοι γηγενείς μακεδονομάχοι, πολλοί εκ των οποίων προβάλλονται στην οθόνη και πιστεύω σας είναι γνωστοί και οικείοι.
Τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χρυσοστόμου στη Μητρόπολη Δράμας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ικανοποιητικά, τουλάχιστον στη δική του συνείδηση, ότι μπόρεσε να ελέγξει τον ζωτικό αυτό χώρο, σε μια εποχή που το Εθνικό Κέντρο των Αθηνών αδυνατούσε να βοηθήσει την απομακρυσμένη για τα δεδομένα της εποχής εκείνης Ανατολική Μακεδονία.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε αναθεωρήσει την πολιτική των ισορροπιών και εφάρμοζε ήδη από το 1902 μια επιθετική πολιτική στη Μακεδονία.
Μέχρι τότε, το Πατριαρχείο κρατούσε ορισμένες ισορροπίες καθ’ ότι ήταν Οικουμενικό, είχε μια άλλη ιδεολογία, μακριά από την εθνική ιδεολογία που είχε ο Χρυσόστομος Καλαφάτης, αυτή που τελικά τον οδήγησε στο μαρτυρικό του θάνατο στη Σμύρνη.
Όταν αντιλήφθηκε τις δυσκολίες αλλά και το χαμένο έδαφος στη Μακεδονία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έστειλε δυναμικούς κληρικούς, οι οποίοι ετέθησαν επικεφαλείς της αντίστασης, της αμύνης του Μακεδονικού Ελληνισμού απέναντι στη βουλγαρική λαίλαπα.
Τέτοιοι ιεράρχες ήταν π.χ.
ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα,
ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά,
ο Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι ο οποίος ήταν σε αυτή τη δύσκολη εποχή συνεργάτης και συναγωνιστής του μητροπολίτη Χρυσοστόμου Καλαφάτη, και άλλοι ιεράρχες.
Στη Δράμα, ο Χρυσόστομος εργαζόταν με συνέπεια και με απόλυτη επιτυχία μολονότι αβοήθητος από το Εθνικό Κέντρο, ακόμη και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το οποίο ήταν σε διάσταση λόγω της εξισορροπητικής πολιτικής που κρατούσε το τελευταίο για τη Μακεδονία.
Έτρεχε ο Χρυσόστομος Καλαφάτης με τους αναπαλμούς της Μεγάλης Ιδέας. Είχε όμως στο πλευρό του το ντόπιο ελληνικό στοιχείο που περίμενε τον ικανό και οργανωτικό ηγέτη του και τον βρήκε στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου.
Βεβαίως σε όλα τα χρόνια της αρχιερατείας του, είχε την συμπαράσταση του εθνικού ανδρός, του Ίωνος Δραγούμη, αλλά και άλλων πατριωτών που δραστηριοποιούνταν στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη.
Έφτανε μάλιστα στο σημείο ο Χρυσόστομος, να ασκεί δριμύτατη κριτική στο Φανάρι για την πολιτική των ισορροπιών, ζητώντας δραστήρια αντιμετώπιση των Βουλγάρων.
Ο Χρυσόστομος ήταν αντίθετος σε αυτή την πολιτική που ακολούθησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το 1453, την εθναρχική, αλλά υποστήριζε την εθνική όπως και οι λοιποί ιεράρχες που εστάλησαν στη Μακεδονία την κρίσιμη δεκαετία του 1900-10.
Γι’ αυτό ήταν εκείνος που οργάνωσε όχι μόνο την εκπαίδευση στη Δράμα, αλλά κυρίως τα ελληνικά ένοπλα τμήματα, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των Βουλγάρων και των Οθωμανών. Από τους τελευταίους αρχικά ο Χρυσόστομος ζήτησε συνεργασία για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού, δηλαδή της βουλγαρικής δραστηριότητας στη Μακεδονία.
Από την άλλη ας μη λησμονούμε, ότι ο Χρυσόστομος είχε να αντιμετωπίσει στη Δράμα, τους Ευρωπαίους μεταρρυθμιστές που εφάρμοζαν τη συμφωνία Μυρστέγκ του 1903 και η στάση τους ήταν κάθε άλλο παρά φιλελληνική.
Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 1906 ο Άγγλος αξιωματικός, υπεύθυνος για την τάξη στη Δράμα, με υπόμνημα προς την Κυβέρνησή του, κατηγορούσε τον Χρυσόστομο ως υπαίτιο των ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στη Δράμα και στην περιοχή της.
Είναι αλήθεια ότι οι Άγγλοι αξιωματούχοι εδώ στη Δράμα, ήταν αρνητικοί απέναντι στο Χρυσόστομο και έπρατταν τα πάντα για την απομάκρυνσή του.
Είναι πλέον φανερό, ότι οι Ευρωπαίοι, οι δήθεν μεταρρυθμιστές και εγγυητές της ειρήνης στη Μακεδονία, ευνοούσαν τις βουλγαρικές επιδιώξεις.
Κατηγορούσαν τον Χρυσόστομο ότι σε συνεργασία με τους Έλληνες προξένους στην Καβάλα και στις Σέρρες οργάνωναν αντάρτικα σώματα.
Φυσικά ο Χρυσόστομος γνώριζε τις ενέργειες των Άγγλων που ήθελαν με κάθε τρόπο την απομάκρυνσή του από τη Δράμα.
Οι Άγγλοι με τη σειρά τους πίεζαν την Οθωμανική Κυβέρνηση να απαιτήσει από το Πατριαρχείο την απομάκρυνση του Χρυσοστόμου.
Η αιτία βρέθηκε με την κατάσχεση της αλληλογραφίας του, που όπως έλεγαν Οθωμανοί, Βούλγαροι και Ευρωπαίοι, περιείχε πολλά εις βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία.
Ότι δηλαδή συνεννοούνταν με τους ντόπιους μακεδονομάχους για το οργανωτικό μέρος της αντιστάσεως έναντι των Βουλγάρων.
Έτσι τον Οκτώβριο του 1907, το Πατριαρχείο ανακάλεσε τον μεγάλο αυτόν ιεράρχη που μετέβη στην Τρίγλια, τη γενέτειρά του, στα παράλια της Μικράς Ασίας. Μερικούς μήνες πριν, του είχε απαγορευτεί από τους Οθωμανούς να περιοδεύει στα χωριά της επαρχίας του. Έτσι, ο δυστυχής Χρυσόστομος εγκατέλειψε τη Δράμα συνοδευόμενος έως το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλεως από ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό της.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1908 με τη γενική αμνηστία που παραχωρήθηκε από τους Οθωμανούς με την ευκαιρία του ψευδεπίγραφου συντάγματος των Νεότουρκων, που επαγγελόταν δημοκρατία, ασφάλεια, ειρήνη, αλληλεγγύη σε όλους τους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επωφελήθηκε της κατάστασης και επέστρεψε στη Δράμα τον Αύγουστο του 1908. Ήλπιζε ότι το νέο σύνταγμα των Νεότουρκων θα άμβλυνε την κατάσταση στη Μακεδονία και τα πράγματα θα έπαιρναν ειρηνική τροπή.
Αλλά δεν ήταν έτσι.
Ο Υπουργός των Εσωτερικών των Νεότουρκων Χουσεΐν Χιλμή πασάς, που ήταν πρώην επιθεωρητής σε όλη τη Μακεδονία, παραχώρησε στους Βούλγαρους την άδεια να ιδρύσουν στη Δράμα δική τους Κοινότητα, εκκλησία και σχολεία.
Ο Χρυσόστομος εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει Τούρκους, Βούλγαρους και Άγγλους παρατηρητές που τον κατηγορούσαν ότι ήταν φανατικά προσηλωμένος στην ελληνική εθνική ιδέα, αρνούμενος όπως έλεγαν να συλλάβει το πνεύμα των καιρών, δηλαδή αυτών που επαγγελόταν η επανάσταση των Νεότουρκων.
Ο Χρυσόστομος όμως ήξερε ότι οι Οθωμανοί συνεργάζονταν ή έστω έδειχναν ανοχή στον αρχικομιτατζή Σαντάνσκυ που δρούσε στην περιοχή Δράμας-Σερρών, όπως και στον έτερο αρχικομιτατζή Πανίτσα (είναι αυτός που έκλεψε τα κειμήλια της Εικοσιφοίνησσας) που δρούσε στην περιοχή της Ζίχνης.
Ο Χρυσόστομος έβλεπε με ανησυχία την οθωμανική ανοχή και την υποστήριξη προς τους Βούλγαρους, που άνοιγαν σχολεία των οποίων η λειτουργία ήταν αναιμική και δεν λειτούργησαν πέραν του έτους, αλλά και τον αποκλεισμό Έλληνα υποψηφίου στη Δράμα στις οθωμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1908.
Η αντίδρασή του μάλιστα έφτασε μέχρι τον Πρόεδρο της οθωμανικής Βουλής, την Κυβέρνηση αλλά και τους φίλους του στις δυτικές εκκλησίες που με αλλεπάλληλα υπομνήματα προέβαλλε τα δίκαια του μακεδονικού ελληνισμού.
Η συνεχής δράση του Χρυσόστομου στη Δράμα, οδήγησε για μια ακόμη φορά, να του απαγορέψουν τις εξόδους του στα χωριά της Δράμας και οι συνεχείς συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων να αποδίδονται από τους Άγγλους παρατηρητές αλλά και τους Οθωμανούς, στον Χρυσόστομο.
Για μια ακόμη φορά Οθωμανοί και Βούλγαροι ζήτησαν την απομάκρυνσή του.
Τελικά το πέτυχαν και ο Χρυσόστομος έφυγε από τη Δράμα τον Ιούνιο του 1909 πριν συμπληρώσει χρόνο κατά τη δεύτερη θητεία του.
Ο Χρυσόστομος υπήρξε εθνικός ήρωας και το απέδειξε στη Δράμα.
Όπως είπε πριν και ο Δήμαρχος Δράμας (στον χαιρετισμό του) αναφερόμενος σε αυτό που έπραξε στη συνέχεια ο Χρυσόστομος, συνεπής με τον εαυτό του και στο θυσιαστικό του ρόλο, όταν μαρτύρησε στη Σμύρνη στις 27 προς 28 Αυγούστου του 1922 με το μαρτυρικό του θάνατο.
Εξακολουθώντας μέχρι την τελευταία του στιγμή να ακολουθεί την ίδια εθνική πολιτική, πιστεύοντας στην αδύνατη συνεννόηση με τους Οθωμανούς και στην επιμονή του να στηρίζεται στο Ελλαδικό Εθνικό Κέντρο, την Αθήνα, που πολλές φορές δυστυχώς τον πρόδωσε.
Την εποχή που έφτανε στη Δράμα ο Χρυσόστομος, ο χριστιανικός πληθυσμός της αποτελούνταν από τριάντα χιλιάδες με πενήντα Κοινότητες.
Προς το Πατριαρχείο σημείωνε, ότι το εμπόριο, η έγγειος περιουσία, οι τέχνες, οι επιστήμες, η βιομηχανία, ο πλούτος, ο πολιτισμός, βρίσκονταν σε χέρια ελληνικά και οι ελάχιστοι Βούλγαροι που ήταν στην περιοχή, ασχολούνταν με χειρονακτικές εργασίες, εργαζόμενοι στα κτήματα των μπέηδων και των Ελλήνων γαιοκτημόνων. Έγραφε, ότι τα 3/4 της περιοχής της Δράμας κατοικούνταν από ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς, ενώ υπήρχαν ελάχιστοι ορθόδοξοι τουρκόφωνοι ή σλαβόφωνοι χριστιανοί.
Ήταν από τους καλούς γνώστες του «μακεδονικού» ζητήματος.
Και για να μην παρεξηγηθεί στο Πατριαρχείο από αδαείς ιεράρχες ή κοσμικούς, έλεγε ότι οι σλαβόφωνοι δικοί μας ούτε φυλετικά ούτε γλωσσικά έχουν σχέση με τους Βούλγαρους.
Τη σλαβοφωνία ο Χρυσόστομος την χαρακτήριζε ως ένα κράμα άμορφο και κατασκεύασμα της σλαβικής και της ελληνικής γλώσσας.
Έλεγε ότι οι δικοί μας σλαβόφωνοι και τουρκόφωνοι της Δράμας, αποτελούσαν με τους υπόλοιπους ελληνόφωνους κατοίκους ένα σύνολο συμπαγούς, ογκώδους μακεδονικού ελληνισμού, ορθόδοξου πληθυσμού.
Η πίστη και η θρησκεία, η παιδεία και η μόρφωση, οι παραδόσεις, οι οικογενειακές τους εστίες, τα κοινά αισθήματα, οι κοινοί πόθοι και επιθυμίες είναι όλα ελληνικά και ελληνοπρεπέστατα.
Και είναι αλήθεια ότι παρά τη βουλγαρική προπαγάνδα, την πίεση και τις απειλές επί των σλαβόφωνων, τίποτε δεν κατόρθωσαν.
Ούτε οι σφαγές, οι πυρπολήσεις σχολείων και εκκλησιών και ολόκληρων χωριών είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Επίσης έλεγε ότι, για να γίνει βουλγαρική η Μακεδονία, πρέπει να στραγγαλιστεί η ιστορία και η εθνογραφία.
Να εξολοθρευτούν τα 3/4 του πληθυσμού της,
να καταστραφούν όλα τα σχολεία,
όλες οι εκκλησίες και
όλες οι πόλεις που είναι ελληνικές,
να καούν όλα τα μνημεία, αρχαία, βυζαντινά, νεότερα και
να καταστραφούν και οι αρχαιότητες που είναι στα σπλάχνα της.

Τελειώνοντας έλεγε, η Μακεδονία μπορεί να μετατραπεί σε βουλγαρική, μόνο αν γίνει ένα απέραντο κοιμητήριο νεκρών και άγρια έρημος.
Είναι από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα του «Μακεδονικού Αγώνα» αυτή η επιστολή του Χρυσοστόμου, συνταχθείσα στη Δράμα προς το Πατριαρχείο.
Τον Οκτώβριο του 1902 ο Χρυσόστομος μετέβη στον Βώλακα που τότε αριθμούσε 187 οικογένειες και όπου η βουλγαρική πίεση είχε σημειώσει ορισμένες επιτυχίες.
Έμεινε τέσσερις ημέρες και κατόρθωσε να εμπεδώσει την πατριαρχική κυριαρχία.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1903 ο Χρυσόστομος έγραφε συγκλονισμένος για τον τραγικό θάνατο τεσσάρων Ελλήνων Προκρίτων του Ζιρνόβου (Κάτω Νευροκόπι), που τους κατακρεούργησαν τριάντα κομιτατζήδες εισερχόμενοι στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου που πανηγύριζε.
Επρόκειτο για τον πλούσιο και ευγενέστατο γαιοκτήμονα
Ζαφείριο Ζαφειρίου, τον επίτροπο της εκκλησίας
Νικόλαο Γέρμαν και τον υιό του
Γεώργιο Γέρμαν καθώς και τον δάσκαλο
Κωνσταντίνο Χριστίδη.
Στις 31 Ιουλίου 1905 έγραφε για τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στην Καλλιθέα (Εγρί Δερέ).
Είχε τότε διακόσιες ελληνικές οικογένειες.
Οι Βούλγαροι το 1870, έκαψαν ζωντανό αφού πρώτα περιέλουσαν με πετρέλαιο, τον Κομβόκη Αθανάσιο.
Το διαδέχτηκαν στον πατριωτικό αγώνα, ως στύλοι της ορθοδοξίας, οι γιοι του Βασίλειος και Προκόπιος.
Τη νύχτα της 30ης Αυγούστου 1905 ογδόντα κομιτατζήδες εισέβαλαν στην οικία του Βασιλείου Κομβόκη σε ηλικία τότε 75 ετών, που κοιμόταν με τη σύζυγό του Αναστασία και τη νύφη του Ευαγγελία. Οι δύο άλλες νύφες του με τα εγγόνια του κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Κατόπιν, είχε σειρά η οικία του Προκοπίου Κομβόκη που ήταν στη μέση του χωριού και την κατέκαψαν σκοτώνοντας τον Απόστολο Σωτηρίου Γιαννάκη.
Στις 7 Ιουλίου 1906 ο Χρυσόστομος έγραφε για τη βομβιστική ενέργεια των Βουλγάρων στη Λέσχη της ελληνικής κοινότητας της Δράμας, όπου εφονεύθη ο λαμπρός πρόκριτος Γεώργιος Παπαδημητρίου και στα γεγονότα της ίδιας ημέρας, που έριχναν βόμβες στο πλήθος των προσκυνητών που γιόρταζαν στο Μοναστήρι της Αγίας Κυριακής στην Αλιστράτη.
Στην Γκόρνιτσα (Καλή Βρύση) την 17 Ιουλίου 1906 οι κομιτατζήδες έβαλαν βόμβες σε τρεις ελληνικές οικίες (η Γκόρνιτσα τότε είχε σαράντα οικογένειες) και κατακρεούργησαν τον λόγιο ιερέα Ιωάννη Παπαεμμανουήλ. Τις ίδιες μέρες μάλιστα σχεδιάστηκε απόπειρα και κατά της Μητροπόλεως αλλά η Βουλγάρα που ανέλαβε να τοποθετήσει τη βόμβα δεν είχε το θάρρος να τελειώσει αυτή την επιχείρηση.
Στη Γρατσιάνη (Αγιοχώρι) σκότωσαν το 1906 τον Μακεδονομάχο πατέρα Ιωάννη.
Τον Νοέμβριο του 1906 κατέκαψαν την οικία του προκρίτου Τρύφωνος Στογιάννη. Στις 12 Δεκεμβρίου 1906 έκαναν ολοκαύτωμα την Κλεπούσνα (Αγριανή Σερρών).
Έκαψαν τις οικίες του προκρίτου Βοζίκη, του ιερέα Ευαγγέλου, του προκρίτου Αγγέλου Μίνου, του δασκάλου Φιλιππίδη, του προκρίτου Αθανασίου Παπαφιλίππου.
Στις 20 Ιουνίου 1907 κατέσφαξαν έξω από την Κλεπούσνα τον 80χρονο Μακεδονομάχο Γεώργιο Λάζο.
Και άλλα πολλά ολοκαυτώματα και δολοφονίες συνέβησαν σε βάρος των Ελλήνων της Δράμας και της περιοχής, αλλά που δεν έχουμε χρόνο να αναφερθούμε αναλυτικά, όπως οι δολοφονίες των Αθανασίου Βαλαβάνη, Κωνσταντίνο Αγγέλου, Γεωργίου Τρότσκα, Δημητρίου Μάρτζου και άλλων πολλών που συνέβησαν σε
Πλεύνα (Πετρούσα),
Προσοτσάνη,
Βησοτσάνη (Ξηροπόταμο),
Σκρίτζοβα (Σκοπιά),
Κλεπούσνα (Αγριανή),
Γκόρνιτσα (Καλή Βρύση) και αλλού.
Κάτι που έχει μεγάλη σημασία είναι το γεγονός ότι εδώ δεν έδρασαν τα πολυπληθή αντάρτικα σώματα, όπως συνέβαινε στη λοιπή Μακεδονία που ήρθαν από την παλιά Ελλάδα.
Εδώ, οι ηγέτες των ανταρτικών σωμάτων που μαζί με τον Χρυσόστομο Καλαφάτη οργάνωσαν τον μακεδονικό αγώνα, ήταν ο Καπετάν Ζέρβας ή Δούκας Γαϊτατζής και ο Καπετάν Τσάρας ή Κωνσταντίνος Νταής.
Το μακεδονικό σώμα του Καπετάν Δούκα.
Δεν ήταν μόνο ο Χρυσόστομος Καλαφάτης που συντόνιζε τον αγώνα στη Δράμα, αλλά είχε κοντά του ένα θερμό πατριώτη, παλικαράκι από μια άλλη μαρτυρική πόλη της Μ. Ασίας το Αϊδίνη,
τον Θεμιστοκλή Χατζησταύρου.




http://1.bp.blogspot.com/-e_-f5ApO1-0/T8jiTaS6X9I/AAAAAAAABXQ/8vWZvwHxN4g/s1600/xatzhstayrou.jpg
Δεν ήταν παρά ένας ηρωικός κληρικός.
Με ηρωισμό που τον έδειξε στη Σμύρνη, στις δύσκολες μέρες του 1922 αλλά και στην περαιτέρω εκκλησιαστική του σταδιοδρομία ως Μητροπολίτης Βεροίας για λίγο καιρό και έπειτα στη Μητρόπολη Φιλίππων Νεαπόλεως και Καβάλας, μέχρι που έγινε το 1962 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος με το όνομα Χρυσόστομος Χατζησταύρου.
Αυτός ήταν όπως φαίνεται από την κατασχεθείσα αλληλογραφία του Χρυσοστόμου, ο έμπιστος άνθρωπός του, που συνέδεε τα ανταρτικά σώματα, δηλαδή τους εντοπίους μακεδονομάχους, με τον Χρυσόστομο Καλαφάτη, τον Ίωνα Δραγούμη και άλλους.
Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι 1903 - 1913
Πριν από λίγες ημέρες η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, εξέδωσε βιβλίο με τον τίτλο «Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι» όπου νέοι ερευνητές καταγράφουν ένα πλήθος μακεδονομάχων για το νομό Δράμας.
Θα μου επιτρέψετε να αναφέρω, επιλεκτικά γιατί είναι πολλοί, ορισμένα ονόματα μακεδονομάχων από χωριά της περιοχής και την πόλη της Δράμας.

Από τον Βώλακα:
ο Καραγεωργίου Γεώργιος (Μαυρουδής) και βέβαια
ο Άρμεν Κούπτσιος που συνελήφθη τυχαία από τους Τούρκους και απαγχονίστηκε στην κεντρική πλατεία της Δράμας την 14-9-1906.
Ο Προκόπιος Κούπτσιος που δολοφονήθηκε το 1916 από Βούλγαρους μετά από σκληρά βασανιστήρια και
ο Σίγγος Κων/νος.

Από το Δοξάτο,οι:
Καβαλάρης Γεώργιος,
Καραβαγγέλης Σπυρίδων,
Χαντζόπουλος Ιωάννης.

Από Δράμα οι:
Βάϊος Ιωάννης,
Γιώτας Παναγιώτης,
Δαυίδ Ευάγγελος,
ιεροδιάκονος Βησσαρίων Δημητριάδης,
Διάφας Νικόλαος,
Δοβέλλας Κωνσταντίνος,
Ζαχαρόπουλος Ιωάννης,
Ζουλούμης Ευστάθιος,
Θεοδωρίδης Ιωάννης,
Καραγιάννης Νικόλαος,
Λιβανού Ελένη,
Μεσσήνης Δημήτριος,
Ντουμπαρατζίδης Κων/νος,
Παλιάγκας Πολυχρόνης ο οποίος συμμετείχε στην επιχείρηση στο Μπουνάρμπασι (Κεφαλάρι) όπου με δύο ακόμη οπλίτες εξουδετέρωσε δέκα Βούλγαρους.


Ακόμα οι:
Παπαγεωργίου Χρυσόστομος,
Παπαχατζής Σωτήριος,
Πετρίκης Νικόλαος,
Ρίζος Γεώργιος,
Ρίζος Κων/νος,
Σκορδάς Ιωάννης,
Φέσσας Μιχαήλ,
Χατζής Γεώργιος και ένας Τούρκος Δραμινός
ο Χαφούζ Αλή Ζεΐρ ο οποίος πολέμησε μαζί με τα ελληνικά τοπικά ανταρτικά σώματα.
Έφερνε πολεμικό υλικό και την αλληλογραφία.
Συνελήφθη, καταδικάστηκε, σε ισόβια αλλά αποφυλακίστηκε το 1919 μετά από παρέμβαση της ελληνικής Κυβέρνησης.

Από την Καλή Βρύση
ο κληρικός Οικονόμος Παπαϊωάννου.

Από την Καλλιθέα
όλη η οικογένεια Κομβόκη (Αναστασία, Ευαγγελία, Αθανάσιος, Βασίλειος, Κων/νος, Προκόπιος, Σωτήριος),
η οικογένεια Σαμαρά (Αθανάσιος και Κων/νος) και
οι Σέρπης Νικόλαος,
Τσαρούχας Νικόλαος,
Τσίρκας Θωμάς.

Από τον Ξηροπόταμο οι:
Ιωάννης Σεκλεμές,
Μανδρατζής Δημήτριος και
Σαμαράς Ιωάννης.

Από την Οξυά
ο Σαράφης Αλέξιος.

Από το Παγονέρι οι:
Βλάχος Αθανάσιος και
ο Πέντσας Δημήτριος.

Από το Περιθώρι οι:
Αβριώνης Ιωάννης,
Γεωργιάδης Δημήτριος,
Ζιώγας, Ιωάννου Ηλίας και
Νάκου Νικόλαος.

Από την Πετρούσα οι:
Άγγελος και Πέτρος Βαλαβάνης,
Βόλακλης Δημήτριος,
Γενίκης Άγγελος,
Καλαϊτζής Μιλτιάδης,
Κότιος Θεόδωρος,
Μαρινίδης Γεώργιος,
Τερνεκτσής Αθανάσιος.

Από την Προσοτσάνη οι:
Αγωγιάτης Απόστολος,
Βεργίδης Πασχάλης,
Βογιατζής Χρήστος,
κληρικός Βογιατζής Νάκας Δημήτριος,
οικογένεια Βουλτσιάδη (Λεωνίδας κ.α.),
Βλαχτάσης Θεόδωρος.

Από τη Χωριστή
ο Δώδου Γεώργιος.

Βεβαίως διαπιστώνω ότι είναι ατελές το βιβλίο, γιατί δεν περιλαμβάνει πολλά από τα ονόματα μακεδονομάχων, όπως αυτών του Νευροκοπίου, αλλά αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια που πρέπει να εμπλουτιστεί στην επόμενη έκδοσή του.
Προ 25ετίας έγραψα για το Νευροκόπι διότι το 1913 όταν εισήλθαν, κατ’ εφαρμογή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, στο Άνω Νευροκόπι οι Βούλγαροι,
ένας παππούλης δεν πήρε τίποτε άλλο χρήσιμο αλλά φόρτωσε στα μουλάρια τους ογκωδέστατους κώδικες που αναφέρονταν στην Κοινότητα και στη Μητρόπολη Νευροκοπίου.
Ένα τεράστιο υλικό που ταξίδεψε μέχρι τον Πειραιά, την Αθήνα και γύρω στα 1955 ήρθε στη Θεσσαλονίκη, όπου παραδόθηκε και φυλάσσεται στο Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου.
Εκεί, αναφέρεται πλήθος ονομάτων γηγενών μακεδονομάχων την περίοδο που ήταν Μητροπολίτης Νευροκοπίου ο Θεοδώρητος Βασματζίδης από τις Σέρρες.
Επίσης, στη Δράμα από τα αξιόλογα στελέχη του «Μακεδονικού Αγώνα» ήταν ο Ιωάννης Βάιος, που διετέλεσε δάσκαλος μουσικής στον εθνικό σύλλογο «Ορφέας» των Σερρών.
Ο Ευάγγελος Δαυίδ, που κουβαλούσε τη μυστική αλληλογραφία και πολεμικό υλικό και ο οποίος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια.
Ο Ιωάννης Ζαχαρόπουλος που δεν έδρασε μόνο στη Δράμα αλλά και στη Δυτική Μακεδονία (στο Σώμα του Κ. Ρίζου στα Γρεβενά).
Ο Μιχαήλ Φέσσας που ήταν από τα έμπιστα πρόσωπα στη Δράμα του Χρυσόστομου Καλαφάτη.
Ο Σέρπης Νικόλαος από την Καλλιθέα, που διετέλεσε γραμματέας στο Σώμα του Γιαγκλή στη Νιγρίτα Σερρών.
Πρέπει να μνημονεύουμε πάντα αυτούς στους οποίους οφείλουμε τόσα.
Ο «Μακεδονικός Αγώνας» και ιδίως στη Δράμα, είναι άγνωστος εν πολλοίς.
Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο γενναία ήταν η άμυνα αυτών των εντοπίων μακεδονομάχων, που αβοήθητοι από το Ελληνικό Κέντρο, με όποια μόνο βοήθεια μπορούσε να πράξει το Φανάρι, μπόρεσαν και κράτησαν αυτό τον τόπο όρθιο για να μπορούμε σήμερα να τους μνημονεύουμε και να αποτίουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης.
Όπως και αυτούς που ήρθαν από άλλα μέρη, για παράδειγμα ο Καπετάν Τσάρας ή Κωνσταντίνος Νταής από την Καρδίτσα και έδρασε εδώ με τους εντοπίους.
Το μακεδονικό σώμα του Καπετάν Τσάρα.
Είχε την απόλυτη συνεργασία και βοήθεια από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον νεαρό αρχιδιάκονο Θεμιστοκλή Χατζησταύρου.
Ερχόμενος στη Δράμα, για να μην κινήσει τις υποψίες των Τούρκων, διορίστηκε διευθυντής στο σχολείο της Προσοτσάνης με το ψευδώνυμο Ευστράτιος Σπιναρίδης.
Μάλιστα, συνεργαζόταν με τους κατ’ επάγγελμα δασκάλους στην Προσοτσάνη, Αστεριάδη Νικόλαο, Βουλτσιάδη Βασίλειο και άλλους.
Έδρασε για δύο ολόκληρα έτη, συνελήφθη και φυλακίστηκε στη Μυτιλήνη, δραπέτευσε όμως και επέστρεψε στη Δράμα όπου συγκρότησε 15μελές αντάρτικο Σώμα.
Είχε μάλιστα ως έδρα την ιστορική Ιερά Μονή της Εικοσιφοίνησσας στο Παγγαίο.
Ο Μακεδονομάχος Γεώργιος Καραμανλής
με τον Εθνάρχη.
Ο όρκος πίστεως που έδωσαν όλα τα παλικάρια του Καπετάν Τσάρα, ήταν στην Πρώτη Σερρών, στην οικία του προέδρου της τοπικής επιτροπής, Γεωργίου Καραμανλή, πατέρα του εθνάρχη, Προέδρου της Δημοκρατίας, Κων/νου Καραμανλή.
Από τα 15μελή ομάδα του Καπετάν Τσάρα, μνημονεύουμε τον Βογιατζή Χρήστο από την Προσοτσάνη, τον Δημήτριο Κομήτη ή Κυριακού από το Δοξάτο, τον Καραγεωργίου Γεώργιο Μαυρουδή από τον Βώλακα, τον Παλιάγκα Πολυχρόνη από την Χωριστή.
Πολλά στοιχεία μπορεί να βρει κανείς στη μελέτη που έκανε πριν 30 χρόνια περίπου η Αγγελική Κιουρτσή Μιχαλοπούλου, φιλόλογος από την Καβάλα, η οποία κατέγραψε στην έρευνα της τους επιζώντες μακεδονομάχους στην περιοχή της Δράμας και της Καβάλας.
Αυτοί, είτε ήταν στις επιτροπές αγώνα, είτε οδηγοί, είτε εκτελεστικά όργανα, καταγόμενοι από Χωριστοί, Δοξάτο, Αδριανή, Προσοτσάνη, Βώλακα κτλ.
Μάλιστα, για να τιμήσουν τον Καπετάν Νταή οι Κοινότητες Δοξάτου και Γεωργιανής Παγγαίου τον ανακήρυξαν επίτιμο Πρόεδρο της Κοινότητας και έδωσαν το όνομά του σε μια κεντρική οδό των κωμοπόλεών τους.
Από τις επιστολές του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου Καλαφάτη, που εξιστορούσε τα γεγονότα που διαδραματίζονταν στη Δράμα και την περιοχή της εκείνη την περίοδο, αντιλαμβάνεται κανείς τον αυτοθυσιαστικό αγώνα των γηγενών κατοίκων των περιοχών αυτών.
Οι παλαιοελλαδίτες πατριώτες που ερχόντουσαν, πολεμούσαν για λίγο και μετά έφευγαν είτε διότι τραυματίζονταν είτε για να λάβουν νέες οδηγίες από την Αθήνα.
Τον αγώνα όμως συνέχιζαν οι γηγενείς, οι άγνωστοι, αφανείς μακεδονομάχοι, που υπέμειναν τις κακουχίες στα βουνά, στις λίμνες, τα ποτάμια, στον κάμπο, έχοντας απόλυτη εμμονή στα πάτρια, έστω και μόνοι και ήσαν υπερήφανοι για τον αγώνα τους.
Αυτοί ήσαν που άναβαν στο εικονοστάσι του γένους, το κερί της θυσίας και της ελευθερίας.
Σας ευχαριστώ.